πλεύρ'

πλεύρ'
πλευρά̱ , πλευρά
rib
fem nom/voc/acc dual
πλευρά̱ , πλευρά
rib
fem nom/voc sg (attic doric aeolic)
πλευραί , πλευρά
rib
fem nom/voc pl
πλευρά , πλευρόν
rib
neut nom/voc/acc pl

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Look at other dictionaries:

  • -ίτιδα — (ΑΜ ῑτις) κατάλ. θηλ. ουσ. τής Ελληνικής, επαυξημένη μορφή τής κατάλ. τις ( ι τις), που σχηματίστηκε κατά την κατάλ. αρσενικών ίτης*. Τα ουσ. σε ιτις στην Αρχαία Ελληνική δεν χρησιμοποιούνταν μόνο ως θηλ. αντίστοιχων αρσενικών σε ίτης (πρβλ.… …   Dictionary of Greek

  • κέγχρωμα — κέγχρωμα, τὸ (Α) 1. καθετί που έχει το μέγεθος τού κόκκου τού κεχριού 2. στον πληθ. τὰ κεχρώματα οπές στην περιφέρεια τής ασπίδας απ όπου ο μαχητής έβλεπε τον εχθρό χωρίς να εκθέτει σε κίνδυνο το πρόσωπό του. [ΕΤΥΜΟΛ. < κέγχρος, ο + επίθημα… …   Dictionary of Greek

  • κεγχριαίος — κεγχριαῑος, ία, ον (Α) ίσος στο μέγεθος με το κεχρί. [ΕΤΥΜΟΛ. < κέγχρος, ο + επίθημα ιαῑος (πρβλ. κολοσσ ιαίος, πλευρ ιαίος)] …   Dictionary of Greek

  • μετωπιαίος — α, ο (ΑΜ μετωπιαῑος, αία, ον) αυτός που ανήκει ή αναφέρεται ή βρίσκεται στο μέτωπο (α. «μετωπιαίες κυψέλες» β. «μετωπιαίο οστό γ. «μετωπιαίος μυς»). [ΕΤΥΜΟΛ. < μέτωπον + κατάλ. ιαίος (πρβλ. ονυχ ιαίος, πλευρ ιαίος)] …   Dictionary of Greek

  • οσφυΐτιδα — η ιατρ. η οσφυαλγία. [ΕΤΥΜΟΛ. < οσφύς + κατάλ. ίτις, ίτιδος (πρβλ. πλευρ ίτιδα). Η λ. μαρτυρείται από το 1847 στον Ιω. Πύρλα] …   Dictionary of Greek

  • ουλίτιδα — Πάθηση των ούλων. Βλ. λ. ούλα. * * * η ιατρ. οξεία ή χρόνια φλεγμονή τών ούλων. [ΕΤΥΜΟΛ. < ούλο + επίθημα ίτιδα (πρβλ. πλευρ ίτιδα). Η λ. στον λόγιο τ. οὐλῖτις, μαρτυρείται από το 1884 στον Δ. Λάζο] …   Dictionary of Greek

  • οφθαλμίτιδα — η (Α ὀφθαλμῑτις, ίτιδος) νεοελλ. συνοπτικός όρος για τις φλεγμονές τού ματιού, αλλ. οφθαλμία αρχ. επίθετο τής Αθηνάς, ως θεάς τής σελήνης. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὀφθαλμός + επίθημα ῖτις, ίτιδος (πρβλ. πλευρ ίτιδa)] …   Dictionary of Greek

  • παλαιστριαίος — παλαιστριαῑος, αία, ον (Α) αρμόδιος ή κατάλληλος για την παλαίστρα. [ΕΤΥΜΟΛ. < παλαίστρα + κατάλ. ιαῖος (πρβλ. πλευρ ιαίος] …   Dictionary of Greek

  • παλαστιαίος — παλαστιαῑος και παλαιστιαῑος και παλαιστημαῑος, αία, ον (Α) αυτός που έχει μήκος ίσο με μία παλάμη. [ΕΤΥΜΟΛ. < παλαστή / παλαιστή + κατάλ. ιαίος (πρβλ. πλευρ ιαίος)] …   Dictionary of Greek

  • παραδεισιάς — άδος, ἡ, Α (θηλ. επιθ.) παραδεισιακή. [ΕΤΥΜΟΛ. < παράδεισος + κατάλ. ιάς (πρβλ. πλευρ ιάς)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”